Ο Κόσμος της Ειδικής Εκπαίδευσης και Φροντίδας

Live συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής του νομοσχεδίου “Αναβάθμιση σχολείου, ενδυνάμωση εκπαιδευτικών”

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Live συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής του νομοσχεδίου “Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών”- Η Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής.

Live συζήτηση στην Ολομέλεια

Συζητείται στην Ολομέλεια της Βουλής, σήμερα Δευτέρα 26.07.2021, στις 18:30 το νομοσχέδιο του ΥΠΑΙΘ “Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις”.

Θα πραγματοποιηθούν άλλες 2 συνεδριάσεις αύριο Τρίτη 27.07 και μεθαύριο Τετάρτη 28.07 στις 09:00 όπου και θα ψηφισθεί.

Δείτε ζωντανά τη συζήτηση στην Ολομέλεια

Δείτε σε μορφή pdf τις Διατάξεις του σχεδίου νόμου “Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις”
Δείτε την Ανάλυση συνεπειών ρύθμισης (Αιτιολογική Εκθεση)
Δείτε την Εκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους
Δείτε την Ειδική Εκθεση

____________

Σύμφωνα με την Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής
 Παρατηρήσεις επί των άρθρων
1. Επί των άρθρων 6 παρ. 4 και 8 παρ. 4

Τα άρθρα 6 παρ. 4 και 8 παρ. 4 ορίζουν τις αρµοδιότητες του Περιφερειακού Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης και του Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης, αντίστοιχα.

Σύµφωνα µε την περίπτωση ιστ΄ της παρ. 4 του άρθρου 6,

ο Περιφερειακός Επόπτης Ποιότητας της Εκπαίδευσης «ορίζει αναπληρωτή ή αναπληρωτές για Σύµβουλο Εκπαίδευσης, ο οποίος απουσιάζει ή κωλύεται, και ο οποίος έχει περιοχή ευθύνης µεγαλύτερη µιας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης ή (…) υπηρετεί σε Διεύθυνση Εκπαίδευσης, στην οποία δεν έχει τοποθετηθεί άλλος Σύµβουλος Εκπαίδευσης της ίδιας ειδικότητας».

Σύµφωνα, εξ άλλου, µε την περίπτωση ιβ΄ της παρ. 4 του άρθρου 8,

στις αρµοδιότητες του Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης συγκαταλέγεται «ο ορισµός προσωρινού αναπληρωτή ή αναπληρωτών για Σύµβουλο Εκπαίδευσης, ο οποίος απουσιάζει ή κωλύεται και του οποίου η περιοχή ευθύνης εκτείνεται εντός της ίδιας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης».

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω,

αν σε µια Διεύθυνση Εκπαίδευσης υπηρετεί µόνο ένας Σύµβουλος συγκεκριµένης ειδικότητας, αρµοδιότητα για την αναπλήρωσή του δεν διαθέτει ο Επόπτης Ποιότητας της Εκπαίδευσης, αλλά ο Περιφερειακός Επόπτης Ποιότητας της Εκπαίδευσης.

Για λόγους νοµοτεχνικής αρτιότητας,

θα µπορούσε, στο τέλος του α΄ εδαφίου της περ. ιβ΄ της παρ. 4 του άρθρου 8, να προστεθεί η φράση «µε την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην περίπτωση ιστ΄ της παρ. 4 του άρθρου 6».

2. Επί των άρθρων 30, 33-35, 37-38 και 41

Α. Διά των άρθρων 37 και 38 ορίζεται η διαδικασία επιλογής των στελεχών της εκπαίδευσης, η οποία πραγµατοποιείται είτε βάσει της σειράς κατάταξης στους αξιολογικούς πίνακες επιλογής είτε µε γνώµονα την πρόταση των αρµόδιων οργάνων επιλογής.

Στην παρ. 2 του άρθρου 30

απαριθµούνται (α΄-κβ΄) οι θέσεις στελεχών εκπαίδευσης για τις οποίες καταρτίζονται αξιολογικοί πίνακες επιλογής, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου απαριθµούνται (α΄-ιστ΄) οι θέσεις των στελεχών εκπαίδευσης, η επιλογή και τοποθέτηση των οποίων πραγµατοποιείται κατόπιν πρότασης του αρµοδίου οργάνου.

Σηµειωτέον ότι στα άρθρα 33 έως 35

περιγράφεται µε ακρίβεια ο τρόπος αποτίµησης των κριτηρίων επιλογής για όλες τις κατηγορίες στελεχών που ε- µπίπτουν στην παρ. 2 του άρθρου 30 (α΄-κβ΄), δηλαδή για τις θέσεις στις οποίες τοποθετούνται στελέχη της εκπαίδευσης βάσει της κατάταξής τους στους αξιολογικούς πίνακες.

Παρατηρείται συναφώς ότι,

ενώ στο άρθρο 30 οι θέσεις του Περιφερειακού Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης και του Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης υπάγονται στην παρ. 3 του άρθρου 30 (περιπτώσεις α΄ και β΄), δηλαδή στις θέσεις στελεχών που επιλέγονται βάσει της υποβολής πρότασης εκ µέρους του αρµόδιου οργάνου, το άρθρο 38 ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 ότι η διαδικασία επιλογής τους συναρτάται και µε τη σειρά κατάταξής τους σε αξιολογικό πίνακα επιλογής.

Για λόγους σαφήνειας,

προτείνεται να διευκρινισθεί στα οικεία άρθρα ο τρόπος αποτίµησης των κριτηρίων επιλογής για τη σύνταξη αξιολογικών πινάκων ως προς τις θέσεις των Περιφερειακών Εποπτών Ποιότητας της Εκπαίδευσης και των Εποπτών Ποιότητας της Εκπαίδευσης, δεδοµένου ότι η µέθοδος µοριοδότησης που παρατίθεται στα άρθρα 33-35 αφορά αποκλειστικά τους υποψηφίους για τις θέσεις οι οποίες απαριθµούνται στην παρ. 2 του άρθρου 30.

Β. Ενηµερωτικά αναφέρεται ότι,

σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην παρ. 9 του άρθρου 37, «[η] κατάρτιση των πινάκων επιλογής και η επιλογή των διευθυντών σχολικών µονάδων και Εργαστηριακών Κέντρων (Ε.Κ.) και των Προϊσταµένων των Τµηµάτων Εκπαιδευτικών Θεµάτων, καθώς και η επιλογή των προϊσταµένων σχολικών µονάδων, των υποδιευθυντών σχολικών µονάδων και των υποδιευθυντών και υπευθύνων τοµέων Ε.Κ., πραγµατοποιείται από Τοπικό Συµβούλιο Επιλογής, το οποίο συγκροτείται σε κάθε Διεύθυνση Πρωτοβάθµιας και σε κάθε Διεύθυνση Δευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης από τον Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης. (…)

Η επιλογή των υποδιευθυντών σχολικών µονάδων και των υποδιευθυντών και υπευθύνων τοµέων Ε.Κ.

γίνεται ύστερα από γνώµη του διευθυντή της σχολικής µονάδας ή του Ε.Κ., κατά περίπτωση (…)». Κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 41 παρ. 13, «[η] τοποθέτηση των υποδιευθυντών των σχολικών µονάδων, καθώς και των υποδιευθυντών και των υπευθύνων τοµέων Ε.Κ. σε κενές και κενούµενες θέσεις γίνεται µε απόφαση του Διευθυντή Εκπαίδευσης, ύστερα από πρόταση του αρµόδιου Τοπικού Συµβουλίου Επιλογής, σύµφωνα µε την παρ. 9 του άρθρου 37. (…)».

Εν προκειµένω, η Επιστηµονική Υπηρεσία της Βουλής

έχει επισηµάνει σε προηγούµενη Έκθεσή της (βλ. Έκθεση της Επιστηµονικής Υπηρεσίας επί του νοµοσχεδίου «Αναδιοργάνωση των δοµών υποστήριξης της πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις», ν. 4547/2018, Παρατήρηση υπ’ αριθ. 1) τα ακόλουθα:

«Το γενικό συνταγµατικό πλαίσιο που διέπει την επιλογή στελεχών της δηµόσιας πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης αναπτύσσεται στην απόφαση 711/2017 της Ολοµέλειας του Συµβουλίου της Επικρατείας. (…)

Κατά το σκεπτικό της απόφασης,

η διοίκηση των σχολικών µονάδων της πρωτοβάθµιας και της δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης πρέπει να αναδεικνύεται από κατάλληλο όργανο που συγκροτείται και λειτουργεί µε εχέγγυα αξιοκρατίας, αµεροληψίας και αντικειµενικότητας (όπως τα καθιερωµένα υπηρεσιακά συµβούλια) και µε διαφανή και αντικειµενική διαδικασία, κατάλληλη για την ενιαία και οµοιόµορφη εφαρµογή των οριζόµενων κριτηρίων, και στο πλαίσιο της ιεραρχικής δοµής της υπηρεσίας. (…)

Τέτοια διαδικασία συνάδει µε την ανωτέρω νοµολογία εφόσον

πληρούνται τα οικεία κριτήρια στο ίδιο το προτείνον όργανο. Εάν δηλαδή η ουσιαστική αποτίµηση των κριτηρίων επιλογής ανατίθεται, π.χ., στον σύλλογο διδασκόντων, το όργανο αυτό θα πρέπει να διασφαλίζει τις απαιτήσεις που πηγάζουν από την αρχή της αξιοκρατίας [κατά τη νοµολογία (ΣτΕ 711/2017), κρίση από κατάλληλο όργανο που συγκροτείται και λειτουργεί µε εχέγγυα αξιοκρατίας, αµεροληψίας και αντικειµενικότητας, και µε διαφανή και αντικειµενική διαδικασία, κατάλληλη για την ενιαία και οµοιόµορφη εφαρµογή των οριζόµενων κριτηρίων και στο πλαίσιο της ιεραρχικής δοµής της υπηρεσίας].(…)».

Κατά τα ανωτέρω, εφόσον η επιλογή των υποδιευθυντών σχολικών µονάδων

και των υποδιευθυντών και υπευθύνων τοµέων Εργαστηριακών Κέντρων (Ε.Κ.) πραγµατοποιείται από κατάλληλο όργανο, το Τοπικό Συµβούλιο, το οποίο δεν περιορίζεται στον έλεγχο νοµιµότητας της γνώµης του Διευθυντή της σχολικής µονάδας ή του Ε.Κ., αντιστοίχως, αλλά έχει την αποφασιστική αρµοδιότητα για τη σχετική επιλογή, η διαδικασία συνάδει µε την ανωτέρω νοµολογία, στο βαθµό που, οµοίως, πληροί την προϋπόθεση (ΣτΕ 711/2017) «(…) να προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου η διενεργηθείσα από το αρµόδιο αυτό όργανο σχετική κρίση και τα δεδοµένα εν όψει των οποίων αυτή εξηνέχθη. (…)

Με την αιτιολόγηση της αναφερθείσας κρίσεως

σύµφωνα µε τα στοιχεία του φακέλου αφενός εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αµερόληπτης και αξιοκρατικής κρίσεως και αφετέρου καθίσταται γνωστή στους υποψήφιους και ελέγξιµη από τον ακυρωτικό δικαστή, εν όψει του κατά το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγµατος δικαιώµατος παροχής έννοµης προστασίας και του άρθρου 95 παράγραφος 1 εδάφιο α΄ του Συντάγµατος περί κατοχυρώσεως της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, η αξιολόγηση των υποψηφίων κατά την σχετική διαδικασία (ΣτΕ 2162/2014, 3766/2012 επταµελής, 148/2011 επταµελής, 3052, 3058/2009 Ολοµέλεια κ.ά.).».

3. Επί του άρθρου 86

Διά του άρθρου 86 επέρχονται τροποποιήσεις στη νοµοθεσία που διέπει την αξιολόγηση των επιδόσεων των µαθητών του Γυµνασίου (π.δ. 126/2016), του Γενικού Λυκείου (ν. 4610/2019) και του Επαγγελµατικού Λυκείου (ν. 4610/2019), ούτως ώστε να ρυθµισθεί, σύµφωνα µε την Αιτιολογική Έκθεση, «(…) το ζήτηµα του καθορισµού των κριτηρίων που συνεκτιµώνται για την αξιολόγηση των µαθητών, τη διαδικασία για τη διεξαγωγή των γραπτών εξετάσεων και την πραγµατοποίηση της προφορικής εξέτασης, καθώς και ζητήµατα υποβολής βαθµολογίας από τους καθηγητές».

Σηµειώνεται ότι,

κατά τη νοµολογία (ΣτΕ 614/2004), «(…) από το συνδυασµό των παραπάνω διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 16 του Συντάγµατος συνάγεται ότι το Κράτος υποχρεούται να λαµβάνει τα κατάλληλα νοµοθετικά και διοικητικά µέτρα αφενός µεν για την προαγωγή των επιστηµών, αφετέρου δε για την οργάνωση και παροχή της εκπαίδευσης των Ελλήνων.

(…) δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι οι πιο πάνω συνταγµατικές διατάξεις επιτάσσουν την καθιέρωση συγκεκριµένου τρόπου αξιολόγησης των µαθηµάτων, µε τη διδασκαλία των οποίων µεταδίδονται οι γνώσεις συγκεκριµένης επιστήµης στους µαθητές.

Στο νοµοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση

εναπόκειται αφενός µεν η επιλογή, από το ευρύ πεδίο των επιστηµών και των επιστηµονικών γνώσεων, εκείνων οι οποίες θα καταστούν αντικείµενο διδασκαλίας στο πλαίσιο της πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης, αφετέρου δε η ρύθµιση του τρόπου διδασκαλίας και αξιολόγησης των µαθηµά- των που διδάσκονται, ώστε να επιτυγχάνονται οι στόχοι που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγµατος (…)».-

4. Επί του άρθρου 93

Διά του άρθρου 93 εισάγεται ο θεσµός του «παιδαγωγικού συµβούλου-µέντορα», που έχει ως αποστολή «την καθοδήγηση και την υποστήριξη της ένταξης στη σχολική µονάδα νεοδιοριζόµενου ή πρόσφατα τοποθετηµένου στη σχολική µονάδα µόνιµου ή αναπληρωτή ή ωροµίσθιου εκπαιδευτικού […]».

Εν προκειµένω, παρατηρείται ότι

τόσο από το οικείο άρθρο όσο και την Αιτιολογική Έκθεση απουσιάζει ο καθορισµός των αρµοδιοτήτων του παιδαγωγικού συµβούλου-µέντορα, ενώ ακόµη και η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 5 του οικείου άρθρου προς τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευµάτων αναφέρεται µόνο στον καθορισµό ζητηµάτων, όπως «τα προσόντα και τα κριτήρια ορισµού, η διάρκεια της θητείας, ο αριθµός των παιδαγωγικών συµβούλων-µεντόρων ανάλογα µε το µέγεθος της κάθε σχολικής µονάδας και κάθε ειδικότερο θέµα […]».

Σηµειώνεται ότι,

σύµφωνα µε το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγµατος, η νοµοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική, ορισµένη και συγκεκριµένη κατά το περιεχόµενο, ενώ η κύρια, ουσιαστική ρύθµιση πρέπει να έχει τεθεί από τον ίδιο το νοµοθέτη στο νοµοθετικό κείµενο, είτε στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόµου είτε σε διατάξεις άλλων νόµων σχετικών µε τα θέµατα που αποτελούν αντικείµενο της εξουσιοδότησης (ΣτΕ Ολοµ. 656/2016, 520/2015, 3013/2014, 1210/2010).

Σε κάθε περίπτωση, η εξουσιοδοτική διάταξη πρέπει να µην είναι γενική και αόριστη (βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 510/2019).

5. Επί του άρθρου 97 παρ. 1

Διά του άρθρου 97 εισάγεται ρύθµιση για την άσκηση των αρµοδιοτήτων του συλλόγου διδασκόντων από τον Διευθυντή ή τον Προϊστάµενο της οικείας σχολικής µονάδας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σύλλογος διδασκόντων «δεν συγκληθεί ή δεν συνεδριάσει ή για οποιονδήποτε λόγο δεν προβεί εν γένει στις ενέργειες της αρµοδιότητάς του».

Υπενθυµίζεται συναφώς ότι,

κατά τα οριζόµενα στα άρθρα 47 και 47Α του ν. 4547/2018, ο Διευθυντής της σχολικής µονάδας είναι αρµόδιος να συγκαλεί τον σύλλογο διδασκόντων στις τακτικές αλλά και τις ειδικές συνεδριάσεις, που έχουν, µεταξύ άλλων, ως αντικείµενο τον προγραµµατισµό του εκπαιδευτικού έργου, τον σχεδιασµό των συλλογικών δράσεων και ερευνητικών διαδικασιών και τη σύνταξη ετήσιας απολογιστικής έκθεσης.

Κατά τούτο,

θα ήταν ενδεχοµένως σκόπιµο να εισαχθεί ειδικότερη ρύθµιση για την περίπτωση κατά την ο- ποία ο σύλλογος διδασκόντων δεν συγκληθεί µε ευθύνη του Διευθυντή της σχολικής µονάδας.

6. Επί του άρθρου 104 παρ.2

Στο άρθρο 104 παρ. 2 πρέπει να απαλειφθούν η τελεία και η παρένθεση µετά τη λέξη Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.

7. Επί του άρθρου 106 παρ.1

Σύµφωνα µε το άρθρο 106 παρ. 1, ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευµάτων εξουσιοδοτείται να καθορίσει τις προδιαγραφές για τη δηµιουργία προσβάσιµου εκπαιδευτικού υλικού, κατόπιν εισήγησης της συµβουλευτικής– γνωµοδοτικής επιτροπής, η οποία έχει συσταθεί βάσει της απόφασης υπό στοιχεία 42112/Δ3/13.4.2021 του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευµάτων (Β΄ 1746)

«Σύσταση και συγκρότηση συµβουλευτικής-γνωµοδοτικής επιτροπής για την παρακολούθηση της ηλεκτρονικής προσβασιµότητας του εκπαιδευτικού υλικού και των διαδικτυακών τόπων και καθορισµός των κανόνων λειτουργίας της».

Δεδοµένου ότι

η σύνθεση της ως άνω επιτροπής δύναται να τροποποιείται, κρίνεται νοµοτεχνικά αρτιότερο να παραπέµπει το συγκεκριµένο άρθρο, όχι στην ανωτέρω Υπουργική Απόφαση, αλλά στην εξουσιοδοτική διάταξη που αποτελεί το νοµικό θεµέλιο της σύστασης από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευµάτων της εν λόγω επιτροπής (άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 3699/2008, Α΄199).

8. Επί του άρθρου 183

Με την προτεινόµενη ρύθµιση, αποφάσεις για τον καθορισµό του επιπέδου λειτουργίας, τη δοµή και τη διάρθρωση της Μονάδας Ασφάλειας και Προστασίας των Α.Ε.Ι. που έχουν εκδοθεί µετά τη λήξη της αποκλειστικής προθεσµίας έκδοσής τους και έως τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου, είναι νόµιµες.

Προς αντιµετώπιση του γεγονότος της παρόδου της προθεσµίας απράκτου,

θα µπορούσε, εν προκειµένω, αντί της προβληµατικής εξ επόψεως συνταγµατικότητας νοµιµοποίησης των εκδοθεισών εκτός προθεσµίας διοικητικών πράξεων, να παραταθεί ρητά η ταχθείσα προθεσµία, µε ανάλογη αναδιατύπωση της σχετικής ρύθµισης.

9. Επί του άρθρου 185

Σύµφωνα µε τα άρθρα 5 και 10 του ν. 4485/2017, η ίδρυση, συγχώνευση, κατάτµηση, µετονοµασία ή κατάργηση Α.Ε.Ι., Σχολής ή Τµήµατος, καθώς και η µεταβολή της έδρας τους, γίνεται µε προεδρικό διάταγµα, κατόπιν σύµφωνης γνώµης της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ, ειδικά δε η µετονοµασία και η µεταβολή έδρας Σχολής ή Τµήµατος Α.Ε.Ι. ή γνωστικού αντικειµένου Τµήµατος χωρεί µε υπουργική απόφαση, κατόπιν σύµφωνης γνώµης της Συγκλήτου, η οποία λαµβάνεται µε αυξηµένη πλειοψηφία των µελών της.

Με τις προτεινόµενες ρυθµίσεις,

µεταξύ άλλων, η οικεία γνώµη της Συγκλήτου καθίσταται, από σύµφωνη, απλή, και καταργείται η διάταξη περί ειδικής πλειοψηφίας.

Παρατηρείται ότι, κατά τη νοµολογία,

κατ’ αναφορά στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγµατος, η παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από αυτοτελή ιδρύµατα που αποτελούν νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου και χαίρουν πλήρους αυτοδιοίκησης «έχει ως περιεχόµενο την εξουσία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυµάτων να αποφασίζουν για τις δικές τους υποθέσεις µε δικά τους όργανα, της κρατικής εποπτείας περιοριζοµένης στην άσκηση ελέγχου νοµιµότητας επί των πράξεων των οργάνων αυτών.

Η πιο πάνω εξουσία των Α.Ε.Ι.

περιορίζεται στην εφαρµογή των κανόνων δικαίου που διέπουν την οργάνωση και τη λειτουργία τους, δεν περιλαµβάνει όµως και το δικαίωµα της θέσπισης των σχετικών κανόνων ή της σύµπραξης στην παραγωγή τους και, µάλιστα, κατά τρόπο δεσµευτικό για τα όργανα που θεσπίζουν κανόνες δικαίου, πράγµα που προϋποθέτει άλλωστε (…) όχι απλώς αυτοδιοίκηση αλλά αυτονοµία των εν λόγω ιδρυµάτων, η οποία δεν τους έχει παραχωρηθεί από το Σύνταγµα.» (ΟλΣτΕ 1013/2013).

Ως προς την οργάνωση µε νόµο

των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυµάτων, έχει επίσης κριθεί ότι ο νοµοθέτης οφείλει «να οργανώνει τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύµατα και να ορίζει τα πρόσωπα που µετέχουν στα πανεπιστηµιακά όργανα ενόψει των εκάστοτε κρατουσών επιστηµονικών, οικονοµικών και κοινωνικών συνθηκών, διασφαλίζοντας, παράλληλα, την πλήρη αυτοδιοίκηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυµάτων και την ακώλυτη άσκηση της ακαδηµαϊκής ελευθερίας και επιλέγοντας ρυθµίσεις πρόσφορες για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει κάθε φορά.

Ενόψει αυτών και προκειµένου να συγκροτηθούν

τα αρµόδια πανεπιστηµιακά όργανα, επιβάλλεται πάντοτε η επιλογή των καταλληλότερων για την επιδίωξη του σκοπού τους προσώπων, ήτοι προσώπων τα οποία διαθέτουν τα απαραίτητα εφόδια ώστε να µπορούν να ανταποκριθούν στις αρµοδιότητες που ανατίθενται στα όργανα αυτά και, κατ’ επέκταση, στην πραγµατοποίηση των σκοπών τους» (οµοίως ΣτΕ 1013/2013 Ολ).

Εν προκειµένω,

οι πράξεις που καταλαµβάνονται από τις προτεινόµενες ρυθµίσεις έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, ενώ στα κριτήρια έκδοσής τους περιλαµβάνονται και αξιολογήσεις που δεν είναι αµιγώς ακαδηµαϊκές, όπως, π.χ., η αναγκαιότητα για την οικονοµική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας ή οι οικονοµικές και κοινωνικές αναπτυξιακές ανάγκες και δυνατότητες της χώρας ή µιας συγκεκριµένης περιφέρειας (βλ. άρθρο 5 παρ. 1 ν. 4485/2017).

Ειδικός προβληµατισµός µπορεί να εγερθεί

ως προς τη µεταβολή του γνωστικού αντικειµένου Τµήµατος.

Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία λήψης των οικείων αποφάσεων οφείλει, κατά την ανωτέρω νοµολογία, να άγει στην πλέον ορθολογική οργάνωση της ανώτατης εκπαίδευσης, τυχόν δε απόφαση που αποκλίνει από τη γνώµη της Συγκλήτου, οφείλει, κατά το µέρος που στηρίζεται σε ακαδηµαϊκά κριτήρια, να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογηµένη.

Δείτε επίσης

Το νομοσχέδιο στην Ολομέλεια της Βουλής τη Δευτέρα-Συνέχιση της κόντρας Φίλη-Κεραμέως στη σημερινή 2η Ανάγνωση
Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του ΥΠΑΙΘ “Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις”
Κεραμέως στη Βουλή: 7 στους 10 κρίνουν θετικά την αξιολόγηση και την ΕΒΕ στα Πανεπιστήμια
Κεραμέως για Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής: Η επιλογή των εισακτέων έγινε από τα Πανεπιστήμια, όχι από το Υπουργείο
Κεφαλίδου-Δήλωση για Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής στα ΑΕΙ: Σωστό μέτρο αλλά ανεπαρκώς και βιαστικά εφαρμοσμένο

Δείτε ακόμη

Αξιολόγηση εκπαιδευτικών: Μη μισθολογική εξέλιξη και παρακράτηση μισθού για τους αρνητές
Διδακτική η προϋπηρεσία στα ΚΕΔΑΣΥ-ΚΕΣΥ-ΚΕΔΔΥ-ΚΔΑΥ-ΚΕΠΕΑ-ΚΕΑ-ΚΠΕ: Διάταξη στο σχέδιο νόμου του ΥΠΑΙΘ
Πέτσας για υποχρεωτικούς εμβολιασμούς εκπαιδευτικών: Οποιοσδήποτε σχετίζεται με την παραγωγική διαδικασία έθεσε το ζήτημα αυτό
Κοινοποιήστε.

Σχετικά με Συντάκτη

Με σπουδές στην Κοινωνιολογία, στην Κοινωνική Εργασία και στην Ειδική Αγωγή, εργάσθηκε από το 1989, μεταξύ άλλων, στο Ελληνικό Κέντρο Διαπολιτισμικής Ψυχιατρικής και Περίθαλψης, στα Παιδικά Χωριά SOS Ελλάδος και στο Κέντρο Διαφοροδιάγνωσης Διάγνωσης και Υποστήριξης (ΚΕ.Δ.Δ.Υ.) Φθιώτιδος, όπου και θήτευσε ως Προϊστάμενος. Διατελεί Αιρετό μέλος του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού Ειδικής Αγωγής (Κ.Υ.Σ.Ε.Ε.Π.) στο Υπουργείο Παιδείας, Πρόεδρος του Συλλόγου Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού Ειδικής Αγωγής Στερεάς Ελλάδας (Σ.Ε.Ε.Π.Ε.Α. ΣΤΕΛΛΑ) και Αντιπρόεδρος της Ένωσης Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ειδικής Αγωγής (ΕΝ.Ε.Λ.Ε.Α.).

Γράψτε μία απάντηση